Ι-Κ-Λ-Μ

Λόπια
Τα ασπρα φασόλια. Για φασολάδα.

Λαγονίκα
Νεραίδα που γύρναγε στα ρέματα. Λαγονίκα λέγεται και η γυναικά που είναι αλλοπαρμένη.

Λακάω

Λακάω ή λάκισα ή θα λακίσω που σημαίνει φεύγω τρέχοντας ή έφυγα τρέχοντας ή θα φύγω τρέχοντας..΄.

Καπίστρι

Το καπίστρι ή η καπιστράδα είναι το χαλινάρι του γαϊδάρου ή της φοράδας

Κλοσέρα

Κλοσέρα είναι μια σαύρα

Μαϊδε...

Μαϊδε... που σημαίνει ούτε.

Μπράσκα

Είδος βατράχου που ζει στην ξηρά συνήθως και τον συναντάμε στο χωρίο.

Κακαράντζα

Κακαράντζα είναι η κοπριά της γίδας ή του προβάτου.


Μπουκουβάλα
Η μπουκουβάλα είναι ψωμί με φρέσκο λάδι αλλά όταν λέμε φρέσκο λάδι μιλάμε για λάδι μέσα από την μηχανή μέσα στο ελαιοτριβείο.

Μπουλουγούρι
Φαγητό φτιαγμένο απο σιτάρι σπασμένο και κολοκύθια . Σερβίρετε της Παναγιάς τον Αύγουστο

Μπούρλιαστο
Μπούρλιαστο που θα πεί πέρασέτο που θα πεί βάλτο σε σειρά μαζί με τα άλλα. Μπούρλιασμα λέμε και την διαδικασία περάσματος του δολώματος σε αγκίστρι σε κυνήγι πουλιών με παγίδα.

Λακριντί

Λακριντί που πάει να πει κουβεντολόϊ !

Κακοντέλης...

Κακοντέλης...που ναι σημαίνει κακομοίρης.

Μπολές...

Μπολές... είναι τα γυρίσματα χωρίς λόγο το σουλάτσο χωρίς λόγο. Η φράση ειναι ''γυρίζεις τις μπολές'' που σημαινει γυρίζεις άσκοπα τις γειτονίες.

Καρσιλατάτο..

Καρσιλατάτο... που σημαίνει ταιριαστό.

Μόμολα...

Μόμολα... που σημαίνει κουβεντολοϊ.

Κολαϊνα...

Κολαϊνα... που σημαίνει αγωνία - ζόρι

Λογάς

''Δεν λογάς'' σημαίνει ,δεν ξέρεις δεν γνωρίζεις. 

Λιασιά

Σημαίνει παράθυρο η πόρτα.. Βασικά σημαίνει εκεί από οπού μπαίνει ο ήλιος στο σπίτι.

Κουμούλα-ες

Είναι οι κοπριές των ζώων. Άλλη γνωστή λέξη είναι και η κακαράτζα.

Μπουράματα

Ειναι το περιέχομενο του στομαχιου του ζώου, και οι κοπριες κτλ.

Κολιτσάκια-ι

Είναι τα γατζάκια που έχει πάνω το σαμάρι για να δένεις τα σχοινιά στο φόρτωμα. 

Κόρδα
Η κόρδα είναι το δοκάρι στο νταβάνι.

Μπιστρώνω

Σκεπάζω με κλινοσκεπάσματα με τέτοιο τρόπο, ώστε μέρος τους να μπαίνει κάτω από το σώμα. 

Μαλέτσικο
Σημαίνει μικρό παιδί

Κλιτσινάρες
Τα πόδια του αντρα. Όταν ειναι μακριά και αδύνατα το λέμε συνηθως

Ίγκλα (η): Το λουρί που σφίγγει το σαμάρι του ζώου κάτω από την κοιλιά του.



Καβαλάρης (ο): 
Το οριζόντιο ξύλο της σκεπής που βρίσκεται στο ψηλότερο 
σημείο της και στις άκρες του εφάπτεται με τους μαχιάδες.

Κάδη: 
Ξύλινη ή μεταλλική κατασκευή σε μορφή κυλίνδρου, διαμπερώς ελεύθερη, όπου τοποθετούνται τα τσάμπουρα για να στροφυλιαστούν.  

Κακάβι: 
Μεγάλο μεταλλικό δοχείο μεγαλύτερο από τον τέντζερη και μικρότερο από το λεβέτι.

Καλιβώνω: 
Πεταλώνω

Καλόγερος: 
Τα υγρά απόβλητα του ελαιοτριβείου.

Καμάτι: 
Τρόπος οργώματος με ζώα, όπου χρειάζεται η διπλάσια δουλειά.

Καμώσου: Κάτσε εκεί που κάθεσε, μη μιλάς.

Κανναβιά (η):
 το πολύ μακρύ σχοινί φτιαγμένο από καννάβι.

Καπίστρι: Κάτι αντίστοιχο με το χαλινάρι.

Καράγιαννης (ο): Δυνατός και κρύος άνεμος

Καραδόντης: Αυτός που έχει μεγάλα και στραβά δόντια.

Καρβουνοσάκουλος: 
Ο τσιγκούνης. Επειδή ο σάκος από τα κάρβουνα είναι άχρηστος και είναι μόνο για τα σκουπίδια, αυτός που δεν τον πετάει ισχυριζόμενος ότι θα τον χρησιμοποιήσει δείχνει την μεγάλη του τσιγκουνιά.

Καργάρω: 
σπρώχνω ή τραβάω κάτι με όλη μου τη δύναμη

Κάρμα: 
Το ψόφιο ζώο που βρίσκετε σε αποσύνθεση.

Καρποθέρι: 
Τρόπος θερίσματος για σιτηρά που θερίζονται πολύ ψηλά, κοντά στο στάχυ, γιατί δεν μας ενδιαφέρει το άχυρο, θέλουμε μόνο τον καρπό.

Καρσί: 
ακριβώς απέναντι.

Καρσιλάτησε: 
το κεντράρισε 

Καρύτζαφλος: 
Ο λάρυγγας.

Καρφοπιάνω: 
Όταν το καρφί του πεταλώματος ξεφύγει και τραυματίσει την οπλή του ζώου.

Κασέλα: ξύλινο κουτί ορθογώνιο για αποθήκευση τροφίμων κτλ

Κατάραχο: 
Το βραχώδες μέρος με ελάχιστο χώμα.

Κατούνα (η): 
Ο οικιακός εξοπλισμός.

Κατσικομούνουχο: 
Το ευνουχισμένο κατσίκι.


Καψερός: 
Ο κακομοίρης.   

Κεσέμι: 
Το μεγαλόσωμο ζώο που ηγείται του κοπαδιού και συνήθως φέρει και κουδούνι ή τροκάνι.


Κεψέ (η)ή τεψέ : 
Το μαγειρικό σκεύος τρυπητή.

Κλειδωνιά: Η παραδοσιακή κλειδαριά.

Κοδέλα: 
σε δρόμο με ζικ–ζακ, ή το ζικ ή το ζακ.  

Κοζόκι: 
Το χοντρό ρούχο.


Κοκκινάτσα: 
Είδος εδάφους - χώματος που ζυμώνετε και πλάθετε εύκολα, από όπου κατασκευάζονται τα  τούβλα, τα κεραμίδια, κλπ.   

Κοκορέτσα: 
Η άγρια φιστικιά.


Κουντίνα: 
Η αναποδιά. Κάτι που πήγε στραβά.

Κοντομήρι (το): 
Μεταλλική μπάρα που ασφαλίζει το παραθυρόφυλλο ή την πόρτα.

Κοντοστρούμπουλος: 
Ο κοντόχοντρος.

Κοπρίτης: Ο τεμπέλης, αυτός που δεν είναι για τίποτα.

Κοράκιασα: 
Διψάω πάρα πολύ.

Κοράτσα: Η κολημένη βρωμιά. Όταν κάποιος είναι πολύ βρώμικος "έχει πιάσει κοράτσα". 

Κόρμπο-α: 
το ζώο με το μαύρο τρίχωμα.

Κορύτα (η): 
Πελεκημένος κορμός δέντρου – σκάφη, που χρησιμοποιείται για το πότισμα ή για το τάισμα
                    των ζώων, καθώς και για το πλύσιμο των ρούχων. 

Κορφιάς (ο): 
Το ξύλο στο ψηλότερο σημείο της στέγης που στις άκρες του στηρίζονται οι μαχιάδες και
                      ενδιάμεσα στηρίζονται τα ψαλίδια.


Κουλούκι: 
Το παιδί για το οποίο δεν γνωρίζει κανένας ποιος είναι ο φυσικός του πατέρας.

Κουμούτσα: Το μεγάλο κομμάτι, συνήθως ψωμί.

Κουρασάνι: Είδος λάσπης από κοκκινόχωμα - κοκινάτσα, ασβέστη και τριμμένο κεραμίδι ή άμμο θάλασσας ξεπλυμένο. Όταν ξεραίνεται γίνετε πολύ σκληρό υλικό, σχεδόν αδιαπέραστο.

Κούρβουλο: Το κορμί του ξερού κλήματος.

Κουρνιάζω: 
Ανεβαίνω κάπου ψηλά για να κοιμηθώ.

Κουρνιαχτός (ο): 
Η σκόνη που έχει κολλήσει οπουδήποτε.

Κουστέκια (τα): 
Δερμάτινοι ιμάντες που τους χρησιμοποιούνε στο να δένουν τα πόδια των δύστροπων
                           ζώων ώστε να τα χαλιναγωγήσουν.

Κούτελο: 
Το μέτωπο.

Κούτουλος (ο): 
Το μεγάλο κατσαρόλι.

Κουτσουμπέλι: 
Το αφράτο – ελαφρώς παχουλό παιδάκι.

Κρησάρα (η)ή κλησάρα: 
Πολύ ψιλό κόσκινο.

Κριτσέλιασαν: 
Βαδίζει ο ένας πίσω από τον άλλον.

Κριτσέλα (η):
 Πορεία σε μία γραμμή. Φάλαγγα κατ’  άντρας.  

Κριτσόπι: 
Το πετρώδες έδαφος που καλλιεργείται με δυσκολία.

Κυτάρι (το): 
Ο σάκος του εμβρύου. Ύστερο.  

Κωλορίζι: 
Το άγριο κλαδί που φυτρώνει στη ρίζα του δέντρου.


Λαγαρά: Τα αχαμνά.

Λαήνα (η): 
Είδος πιθαριού.

Λαήνι: 
Το πήλινο κανάτι.

Λαιμαριά (η): το περιλαίμιο στα 
ζώα

Λάκα: 
Η πολύ μεγάλη πεζούλα.


Λάφτω: 
Τρώω απευθείας με το στόμα χωρίς να χρησιμοποιώ τα χέρια μου, κουτάλι ή πιρούνι.

Λεβαντέρα (η): 
Ο λεβάντες.

Λεβάντης: 
ο ανατολικός άνεμος από το ιταλικό levante

Λεβέτι: 
Το μεγάλο καζάνι.

Λέχρα: 
Η αποπνικτική ζέστη σε συνδυασμό με πολύ υγρασία.

Λεχριασμένος: 
Ο ταλαιπωρημένος από την υπερβολική ζέστη – λέχρα.

Λίμαξα: 
Πείνασα πάρα πολύ. Από τη λίμα – πείνα.

Λιμάρι (το): 
Ποσότητα χόρτου όσο πιάνει η χούφτα, δεμένη από τις ίδιες τις καλαμιές της.

Λιοκόκι (το): 
Ο ελαιοπυρήνας.

Λότζα (η): 
Το σκεπαστό μέρος του μαντριού.  

Λοτσάρι: 
Πέτρινο ή μεταλλικό σκεύος όπου πίνουν οι κότες νερό.                              

Λούγκα (η): 
Το σημείο όπου εφάπτεται ο μηρός με τη λεκάνη, από την εσωτερική πλευρά.


Λουμάκι: 
Το βλαστάρι.

Λουμώνω: 
Κρύβομαι βιαστικά & πρόχειρα.

Λουμπινάκια (τα): 
Φυτικά φυτίλια για το καντήλι.


Μαγκούφης: Ο άνθρωπος που ζει μόνος του.

Μαλτέζα: 
Η σπιτική κατσίκα.

Μάνιμα (τα): 
γρήγορα, τάκα – τάκα

Μαρκαλάω: 
Κάνω έρωτα.

Μαρμάρα (η): 
Το θηλυκό που δε μπορεί να μείνει έγκυος.

Μασιά (η
): μεταλλικό φτυαράκι με μακριά λαβή για τα κάρβουνα και τη στάχτη του τζακιού.

Ματσούκι: Βέργα από ξύλο

Μαχιάς (ο): 
Το ξύλο της στέγης από τη γωνία του κτίσματος ως τον κορφιά.


Μελτέκι (το): 
Ο μεγάλος ποντικός.

Μεσάντρα: 
Η εσωτερική πόρτα.

Μετσίνιο: 
Το κατσίκι που είναι όλο μαύρο και έχει λίγες άσπρες τρίχες στο πρόσωπό του και στα πόδια του.


Μισογόμι: 
Το φορτίο που είναι φορτωμένο στη μέση του σαμαριού. Μεταξύ των δύο γομαριών.

Μονοτάρου: 
Μία και έξω. Μονοκόμματο.

Μουγκρί (το): 
Ο αμίλητος άνθρωπος.

Μούλος: 
Αυτός που γεννήθηκε από μη παντρεμένους γονείς. Ο νόθος.

Μουνουχάω: 
Ευνουχίζω.  

Μουνούχι: 
Το ευνουχισμένο ζώο γενικά.

Μουριέλα: 
Η βαρεμάρα – τεμπελιά.

Μουρντάρης: ο σύζυγος που ξενοκοιμάμαι.

Μουχλάτσα (η): 
Συνεχιζόμενο ψιλόβροχο με ομίχλη.

Μπάκακας: 
Ο βάτραχος.

Μπαλντούμι: 
Δερμάτινα λουριά του σαμαριού.

Μπάρτζο: 
Το κατσίκι με ανακατεμένες άσπρες και μαύρες τρίχες.


Μπινί: 
Το κάθετο ξύλο που είναι στερεωμένο στο ένα τμήμα του παράθυρου ή της πόρτας, και κλείνοντας ασφαλίζει και το διπλανό φύλλο.   

Μπινιάρια: 
Τα δίδυμα.

Μπίτι
Σημαίνει καθόλου .Παράδειγμα ''δεν σου κόβει μπίτι το μπαταλιακό''


Μποκάρι (το): 
Μονάδα όγκου. Απευθυνόταν σε μικρά βάρη με μεγάλο όγκο. Ένα μποκάρι υπολόγιζαν τομαλλί που συγκέντρωναν μετά από το κούρεμα ενός αρνιού.

Μποκός: 
Ο ισόγειος αχυρώνας όπου το άχυρο στοιβαζόταν με τα τσουβάλια - μποκάρια, και όχι χύμα.

Μποτονός: 
Ο υπερυψωμένος αχυρώνας όπου το άχυρο φυλασσόταν χύμα. 

Μποτσίκι (το): 
Η αγριοκρεμμίδα που κρεμάμε για γούρι.

Μπούρμπερη (η): φραση ''σταχτη και μπουρμπερη'' σημαινει δεν εμεινε τιποτα μονο σταχτη και καρβουνα

Μπουμπουνιταριό (το): 
Ο θόρυβος του κεραυνού.

Μπουχίζω: Καταβρέχω.

Μπουχός (ο): 
Η πολύ σκόνη.

Μπούχτισε: 
Σιχάθηκε.  

Μπροστάρι: 
Το μπροστινό τμήμα του σαμαριού.

Μπρουστούρα (η): 
Κάτι που είναι τελείως λιωμένο. Το φαγητό που βρίσκετε μέσα στη κοιλιά του ζώου.

Μυταριά: 
Ξύλινη κατασκευή, στερεωμένη πάνω στο κουδούνι ή στο τροκάνι, η οποία περνάει περιμετρικά από το μέτωπο του ζώου, ώστε να ακούγεται ο ήχος με την παραμικρή κίνηση του κεφαλιού του.

Μπρουμούτησα
Έπεσα κάτω μπρούμυτα. Παράδειγμα σε φράση ''κούνια που σε κούναγε και δεν σε μπρουμούταγε''

Μουσκλα
Οταν καποιος ειναι κλαμμενος και λυπημενος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου